Η Ανεπιτήδευτη Νοστιμιά Των Γεύσεων Της Αντιπάρου


    Το μικρό νησί που απέχει ελάχιστα από την Πάρο έχει γίνει γνωστό για την ηρεμία του, τις αμμουδερές παραλίες και το ήπιο τοπίο του. Η σημερινή ενασχόληση των κατοίκων του σχεδόν αποκλειστικά με τον το…


    Το μικρό νησί που απέχει ελάχιστα από την Πάρο έχει γίνει γνωστό για την ηρεμία του, τις αμμουδερές παραλίες και το ήπιο τοπίο του. Η σημερινή ενασχόληση των κατοίκων του σχεδόν αποκλειστικά με τον τουρισμό ελάχιστα θυμίζει το κάποτε αύταρκες διατροφικά νησί, με τα δικά του αμπέλια, τις ελιές, τα άνυδρα κηπευτικά, τα κατσίκια και τις ψαρόβαρκες που γέμιζαν το μικρό λιμάνι. Ωστόσο, στις κουζίνες του νησιού, κάποιες παλιές γεύσεις επιβιώνουν και προσφέρουν την ανεπιτήδευτη νοστιμιά τους στον επισκέπτη.

    Μερμιτζέλια, κουσκουσί και ραβιόλια
    Μπορεί η Αντίπαρος να μη φημίζεται για κάποιο ιδιαίτερο ψωμί της, που θα μπορούσε να δοκιμάσει κανείς όλον τον χρόνο, όμως τόσο τα Χριστούγεννα όσο και το Πάσχα τα κουλούρια της αξίζουν την προσοχή του επισκέπτη.

    Καταρχάς, από λαογραφικής σκοπιάς, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σκάροι που κρεμούν στον τοίχο για να φέρουν γούρι στο σπίτι. Είναι σαν σταυροί, φτιαγμένοι από ζυμάρι, που τοποθετούνται σε ένα, επίσης φτιαγμένο από ζυμάρι, «κάδρο», το οποίο ετοιμάζουν από την ίδια ζύμη, όταν φτιάχνουν τα κουλούρια της μαστίχας, για την Πρωτοχρονιά. Το Πάσχα, από τη ζύμη που φτιάχνουν τις κοτσίνες ‒είδος άγλυκου σταφιδόψωμου σε σχήμα κοτσίδας‒ έπλαθαν το Σάββατο του Λαζάρου τα λαζαράκια και τους βαγιοφόρους, ανθρωπόμορφα κουλούρια και τα δύο.

    Ολοένα και πιο σπάνια πια φτιάχνουν στα σπίτια και ζυμαρικά. Τα μερμιτζέλια, λεπτά σαν σπαγγέτι, αλλά πολύ πιο κοντά σαν κριθαράκι περίπου, το κουσκουσί, μικρά μπαλάκια ζύμης σαν το κουσκουσάκι της υπόλοιπης Ελλάδας, το απλό αραντό, οι μικροσκοπικοί βόλοι από αλεύρι που χρησιμοποιούνται για τις σούπες, κι ο χόντρος κινδυνεύουν να γίνουν δυσεύρετα.

    Αν, πάλι, ακούσετε να μιλούν για ραβιόλια, να ξέρετε πως δεν αναφέρονται σε ζυμαρικά. Έτσι αποκαλούν τα γλυκά τηγανητά τυροπιτάκια, με τη γλυκιά Μυζήθρα, που το φύλλο τους ζυμώθηκε με ούζο ή σούμα. Τα ραβιόλια, όπως και οι ξινογαλένιες, οι μυζηθρόπιτες φούρνου με την ξινή Μυζήθρα, θεωρούνται αποκριάτικα φαγητά, αλλά σήμερα πια σερβίρονται ακόμη και το καλοκαίρι στις ταβέρνες του νησιού. Το ίδιο ισχύει πια και για τις πασχαλινές τυρόπιτες, που μοιάζουν με τα τηνιακά τσιμπητά και με τα σαντορινιά μελιτίνια, και τις βρίσκεις όλον τον χρόνο.

    Προβάτσες, αγριόσκορδα και κρίταμα
    Στις χαμηλές πλαγιές και στα βράχια της θα συναντήσετε θυμάρια, φασκομηλιές, δενδρολίβανο και θρούμπι με τα ροζ λουλουδάκια του (Satureja thymbra). Ακόμη κι αν από την όψη δεν τα αναγνωρίσετε, σίγουρα τα αρώματά τους σας είναι οικεία και αγαπημένα. Ανάμεσα στα άγρια χόρτα που γίνονται βραστά για σαλάτες είναι οι προβάτσες (Limonium graecum και Limonium virgatum) και τα αγριόσκορδα (Allium staticiforme). Οι συκιές προσφέρουν απλόχερα τους καρπούς τους και οι λίγοι χαμηλοί κέδροι (Juniperus communis) τις σαρκώδεις ρώγες τους, τα τσερδόκοκα, που ήταν άλλοτε ένα από τα αγαπητά ξανόστια (για να ξεγελούν την πείνα τους) των παιδιών. Στις παραλίες φυτρώνουν κρίταμα και η βρώσιμη θαλασσινή ρόκα (Cakile maritima), την οποία όμως σήμερα δυστυχώς δεν μαζεύει κανείς.

    Τα τυριά της Αντιπάρου
    Το φτωχό έδαφος και η έλλειψη νερού περιορίζουν τις δυνατότητες γεωργικής ή κτηνοτροφικής δραστηριότητας. Εκτρέφονται κυρίως κατσίκια, που επισήμως μόλις ξεπερνούν τα 1.000 κεφάλια, ενώ καταγράφονται και μερικές δεκάδες θηλυκά βοοειδή. Επομένως, όσα τυριά παράγονται, στηρίζονται κυρίως στο γίδινο και λιγότερο στο αγελαδινό γάλα.