![]()
Τελικά το ζήτημα της προσφυγής στη Χάγη είναι πολύ πιο ξεκάθαρο από όσο εμφανίζεται στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα. Εάν κρίνει κανείς από τα γραπτά των πλέον καταρτισμένων περί το θέμα –καθότι όλοι …
Τελικά το ζήτημα της προσφυγής στη Χάγη είναι πολύ πιο ξεκάθαρο από όσο εμφανίζεται στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα. Εάν κρίνει κανείς από τα γραπτά των πλέον καταρτισμένων περί το θέμα –καθότι όλοι μιλούν άρα η επιλογή είναι υποχρεωτική– υπάρχουν πολλά κοινά σημεία και διαπιστώσεις. Οπότε είναι λογικό να ανακύπτει το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν η χώρα να ασχολείται τόσο πολύ και να “καυγαδίζει” για ένα θέμα όπου υφίσταται σε μεγάλο βαθμό συμφωνία αναφορικά με τις παραμέτρους του προβλήματος. Η λογική υπαγορεύει ότι κάτι άλλο συμβαίνει.
Γράφει ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ Β. ΜΙΧΑΣ*
Σε ένα σημαντικό άρθρο-ανάλυση του Χρήστου Ροζάκη (καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Σημίτη) στην “Καθημερινή” ξεκαθαρίζεται ότι η παραπομπή στη Χάγη είναι εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσει από την ελληνική πλευρά. Η Τουρκία «βλέπει την προσφυγή με πολύ διαφορετικούς όρους από αυτούς της Ελλάδας».
Εξίσου κατηγορηματικά απορρίπτεται από τον υπογράφοντα το ενδεχόμενο να υπαχθούν στη δικανική κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου, το μονομερές δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, καθώς επίσης και η εθνική κυριαρχία σε νησιωτικό έδαφος. «Θα συμβιβαστεί η Ελλάδα με την προσφυγή στο Δικαστήριο με [χωρικά ύδατα] 6 ναυτικά μίλια;» αναρωτιέται ο Ροζάκης. Διά της ατόπου μάλλον συνάγεται ότι στο σκεπτικό του, το ενδεχόμενο αυτό παραμένει ανοικτό υπό προϋποθέσεις, περί των οποίων θα πρέπει να τοποθετηθεί ξεχωριστά ο ίδιος.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι οι πιθανότητες επιτυχίας του “εγχειρήματος Χάγη” για την ελληνική πλευρά είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Θα απαιτούνταν «μακρότατες και επαχθείς διαπραγματεύσεις», σύμφωνα με τα λόγια του ιδίου, ενώ η σύνταξη συνυποσχετικού για παραπομπή μόνο για οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ είναι απλώς απίθανη.
Με σκοπό την επίτευξη τέτοιας συμφωνίας πραγματοποιήθηκαν στο παρελθόν (μέχρι το 2016) οι αποκαλούμενες ελληνοτουρκικές διερευνητικές επαφές σε επίπεδο πολιτικών διευθυντών υπουργείων Εξωτερικών. Συνεδρίαζαν για χρόνια με άνεση, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δηλαδή υπό ιδανικές συνθήκες. Και απέτυχαν να φέρουν αποτέλεσμα. Η διαδικασία αυτή «ατόνησε και διακόπηκε με ευθύνη της Τουρκίας», όπως παραδέχεται ο Ροζάκης.
Το συμπέρασμα του έμπειρου καθηγητή είναι πως μοναδική ρεαλιστική προσδοκία για την Ελλάδα θα ήταν η σύνταξη συνυποσχετικού με τη Λιβύη, με στόχο την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο του θέματος του Μνημονίου Τουρκίας-Λιβύης όπου θα κριθεί η νομιμότητά του. Δεδομένης της καθολικής καταδίκης του από τους κύριους δρώντες στην περιοχή (σ.σ. ΗΠΑ, Γαλλία, ΕΕ, Αίγυπτος, Ισραήλ κ.α.), η Λιβύη θα μπορούσε να πιεστεί προς αυτή την κατεύθυνση.
